ἐφυδάτιος

ἐφῡδάτιος [ᾰ], η, ον,
A in or of the water,

Νύμφη ἐφυδατίη A.R.1.1229

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφυδάτιος — ἐφυδάτιος, η, ον (ΑΜ) αυτός που βρίσκεται, που ζει στο νερό («Νύμφη εφυδατίη», Απολλ. Ρόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ὑδάτ ιος (< ὕδωρ, ατος)] …   Dictionary of Greek

  • ἐφυδατίη — ἐφυδάτιος in fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.